LIFE07 ENV/GR/000265
TΟ ΕΡΓΟ

ΣΥΓΧΡΗΜΑΤΟΔΟΤΕΙΤΑΙ

ΑΠΟ ΤΟ ΠΡΟΓΡΑΜΜΑ LIFE

ΤΗΣ ΕΥΡΩΠΑΙΚΗΣ ΕΝΩΣΗΣ

ΕΘΝΙΚΟ ΔΙΚΤΥΟ

ΔΗΜΟΣΙΑΣ ΔΙΟΙΚΗΣΗΣ

ΕΚΛΟΓΕΣ


Φωτογραφίες

Αρχαιολογικοί Χώροι
Ευρετήριο άρθρων
Αρχαιολογικοί Χώροι
Σελίδα 2
Σελίδα 3

Μένδη

Η αρχαία Μένδη αναφέρεται από τον Θουκυδίδη σαν αποικία της Ερέτριας η οποία ιδρύθηκε στην Παλλήνη, την δυτικότερη χερσόνησο της Χαλκιδικής. Η χρονολογία ίδρυσής της δεν μας παραδίδεται, η παρουσία των Ερετριέων και Χαλκιδέων ωστόσο στον βόρειο Ελλαδικό χώρο ανάγεται γενικά στo πλαίσιο του Β' αποικισμού, τον 8ο αι. π.Χ. Η πόλη οφείλει το όνομά της στο αρωματικό φυτό μίνθη, ένα είδος μέντας, που φύεται ακόμη στην περιοχή. Η μεγάλη οικονομική της άνθηση, ήδη από τις αρχές του 6ου αι., επιβεβαιώνεται από την μεγάλη κυκλοφορία των νομισμάτων της και οφείλεται κυρίως στις εξαγωγές του περίφημου "Μενδαίου οίνου". Η Μένδη υπήρξε και ο τόπος καταγωγής του γνωστού γλύπτη του 5ου αι. Παιώνιου, ο οποίος φιλοτέχνησε και το άγαλμα της Νίκης στην Ολυμπία. Η πόλη στον 5ο αι. ήταν από τους οικονομικά ισχυρότερους συμμάχους της Αθήνας, αποστάτησε ωστόσο στην διάρκεια του Πελοποννησιακού πολέμου (431-404 π.Χ.), γεγονός που προκάλεσε την πολιορκία και λεηλασία της από τους Αθηναίους. Στα μέσα του 4ου αι. η πόλη καταλαμβάνεται από τον Φίλιππο Β' και σταδιακά παρακμάζει. Η θέση της αρχαίας πόλης στην περιοχή της Κοινότητας Καλάνδρας ταυτίστηκε από τον Leake τον 19ο αι., και επιβεβαιώνεται από τοπογραφικά στοιχεία των Θουκυδίδη και Λίβιου, την επιβίωση του τοπωνυμίου "Ποσείδι" στο γειτονικό ακρωτήρι, αλλά και από τα ανασκαφικά στοιχεία. Συστηματική ανασκαφική έρευνα στην αρχαία Μένδη διενεργήθηκε από το 1986-1994, από την ΙΣΤ'Εφορεία Προϊστορικών & Κλασσικών Αρχαιοτήτων υπό την εποπτεία της Ιουλίας Βοκοτοπούλου. Ο κυρίως αρχαιολογικός χώρος, εκτάσης 1200 Χ 600 μ., εντοπίζεται στο επίπεδο πλάτωμα και τις πλαγιές ενός πευκόφυτου λόφου ο οποίος καταλήγει ομαλά προς την θάλασσα. Στην Ακρόπολη, γνωστή ως Βίγλα, η οποία εκτείνεται στο ψηλότερο, ΝΑ σημείο του λόφου, ερευνήθηκαν συστάδες από λάκκους-αποθέτες, οι οποίοι είχαν αρχικά αποθηκευτικό χαρακτήρα. Το κύριο περιεχόμενό τους ήταν κεραμική από τον 12ο έως και τον 7ο αι. π.Χ. Στο πλάτωμα, γνωστό και ως Ξέφωτο, δοκιμαστική τομή αποκάλυψε τμήμα του τείχους. Στο"Προάστειο", το οποίο αναφέρεται από τον Θουκυδίδη και το οποίο καταλαμβάνει την παραθαλάσσια περιοχή της αρχαίας πόλης, αποκαλύφθηκαν, εκτός των άλλων, επάλληλα τμήματα κατοικιών και δρόμων, που χρονολογούνται από τον 9ο ως και τον 4ο αι. π.Χ. Στο νεκροταφείο, το οποίο εντοπίστηκε στην παραλία του ξενοδοχείου Μένδη, ερευνήθηκαν 241 συνολικά ταφές, κυρίως εγχυτρισμοί βρεφών και μικρών παιδιών, που χρονολογούνται από τα τέλη του 8ου-αρχές 7ου ως τα τέλη του 6ου αι. π.Χ. Τα αγγεία ήταν κυρίως γραπτά, με φυτική και γεωμετρική διακόσμηση, ή και εγχάρακτα, και αποτελούν

Ποτίδαια
Η Ποτίδαια ιδρύθηκε γύρω στα 600 π.Χ. από Κορίνθιους αποίκους. Στους Περσικούς Πολέμους έπαιξε σημαντικό ρόλο, ενώ η αποστασία της το 432-31 π.Χ. από την Α' Αθηναϊκή Συμμαχία αποτέλεσε μία από τις αφορμές του Πελοποννησιακού Πολέμου. Ακολούθησαν αλλεπάλληλες καταλήψεις από τους Αθηναίους και τους Σπαρτιάτες και η τελική ερήμωσή της το 356 π.Χ. από το Φίλιππο Β'. Το 316-15 π.Χ. ο Κάσσανδρος ιδρύει στην ίδια θέση μια νέα πόλη, την Κασσάνδρεια, που ανθεί σε όλη την ελληνιστική και ρωμαϊκή περίοδο. Από ένα πλήθος σωστικών ανασκαφών, που διενεργεί η ΙΣΤ' Ε.Π.Κ.Α., αποκαλύφθηκαν αρχαϊκά στρώματα με αξιόλογη κεραμική και οικοδομικά λείψανα καθώς και κλασικής εποχής τάφοι Αθηναίων κληρούχων. Από την ελληνιστική και ρωμαϊκή Κασσάνδρεια σώζονται τμήματα της οχύρωσης, του οικοδομικού ιστού και των νεκροταφείων, με σημαντικότερο πρόσφατο εύρημα μονοθάλαμο μακεδονικό τάφο.

Ρόδα
ΑΡΧΑΙΟ ΙΕΡΟ Το ιερό έχει διάρκεια ζωής από την όψιμη αρχαϊκή ως και την ελληνιστική εποχή και η ιστορία του συνδέεται με δύο αρχαίες πόλεις της περιοχής, τη Σάνη, αποικία των Ανδρίων και την Ουρανούπολη την πόλη που ίδρυσε το 315 π.Χ ο Αλέξαρχος, αδελφός του βασιλιά της Μακεδονίας Κασσάνδρου. Στα τέλη του 6ου αι. π.Χ ο Αλέξαρχος οι κάτοικοι της Σάνης ίδρυσαν το ιερό εκτός των τειχών της πόλης και έκτισαν τον οίκο εν παραστάσει. Στα τέλη του 4ου αι. π.Χ ο Αλέξαρχος ιδρύει την Ουρανούπολη και εντάσσει το ιερό στη νέα πόλη. Στο οικοδομικό του πρόγραμμα συγκαταλέγονται μνημειακές κατασκευές, ο ελληνιστικός ναός, η επισκευή του αρχαϊκού οίκου κ ά. Το ιερό εγκαταλείφθηκε τον 3ο αι. π.Χ. Η αρχαιολογική έρευνα ξεκίνησε το 1990 όταν κατά τη διάρκεια αυτοψίας βρέθηκε ένα υστεροαρχαϊκό ανθεμωτό ακροκέραμο και ένα οκταεδρικό αγγείο. Το 1990 στη διάρκεια δοκιμαστικών τομών εντοπίστηκαν τμήματα του αρχαϊκού οίκου και του ελληνιστικού ναού. Το 1992-3, ανασκάφηκε ο οίκος, ενώ την ίδια χρονιά ξεκίνησε και η ανασκαφή του ναού που συνεχίστηκε και το 1994. Το 1995 η ανασκαφή χαρακτηρίστηκε συστηματική και το 1996 ξεκίνησε η ανασκαφή του συγκροτήματος των ελληνιστικών κτιρίων νότια του ναού. Τα σημαντικότερα κτίσματα είναι: Αρχαϊκός "οίκος" που αποτελείται από σηκό και πρόναο εν παραστάσι. Υψώνεται πάνω σε πόδιο από γρανίτη (1μ. ύψος) και έχει ασβεστολιθικούς τοίχους των οποίων το εξωτερικό μέτωπο διακοσμείται με κυψελωτό θέμα. Το πιο ενδιαφέρον εύρημα του κτιρίου ήταν οι πήλινες κορινθιακές κεραμίδες της στέγης και τα ακρωτήρια. Ελληνιστικός ναός. Αποτελείται από πρόναο με πρόσταση και σηκό με τρεις εισόδους, κτιστό θρανίο κατά μήκος του ανατολικού του τοίχου, τράπεζα για αναίμακτες προσφορές και περίπου στο κέντρο λιθοσωρό με ίχνη καύσης. Στον πρόναο βρέθηκε μαρμάρινη κεφαλή Ηλίου και μαρμάρινο κεφάλι κοριτσιού.

Τορώνη
Η Τορώνη, στο ΝΔ. άκρο της χερσονήσου Σιθωνίας της Χαλκιδικής, ιδρύθηκε από τους Χαλκιδείς της Εύβοιας κατά τη διάρκεια του 8ου-7ου αιώνα π.Χ. Το 480 π.Χ., η πόλη βοήθησε τους Πέρσες κατά την εκστρατεία του Ξέρξη εναντίον της Ελλάδας και λίγα χρόνια αργότερα αποτέλεσε μέλος της Α' Αθηναϊκής συμμαχίας. Στη διάρκεια των γεγονότων του πελοποννησιακού πολέμου, σύμφωνα με το Θουκυδίδη (Θουκ. IV 110-116 και V 2-3), έγινε πεδίο συγκρούσεων μεταξύ Αθηναίων και Σπαρτιατών. Στην περιοχή ανασκαφικές έρευνες πραγματοποιήθηκαν από το 1975 και εξής από την Αρχαιολογική Εταιρεία σε συνεργασία με το Αυστραλιανό Ινστιτούτο υπό τη διεύθυνση του καθηγητή Αλ. Καμπίτογλου. Το λιμάνι της Τορώνης τοποθετείται ανατολικά της Ληκύθου, του μικρού ακρωτηρίου που υψώνεται σήμερα 13 μέτρα πάνω από την επιφάνεια της θάλασσας, στα Βόρεια της αρχαίας πόλης, εκεί όπου η παρουσία ενός μυχού, αλλά και τα ενάλια αρχιτεκτονικά κατάλοιπα κάνουν πιθανή τη θέση του. Η Λήκυθος, που κατοικήθηκε με μικρές διακοπές από την πρώιμη εποχή του Χαλκού έως και τον 17ο αιώνα μ.Χ., αποτελεί ένα σημαντικό τμήμα της ιστορίας της πόλης, με την οποία συνδέεται με ένα στενό ισθμό που στην αρχαιότητα, όπως απέδειξε η πρόσφατη υποβρύχια έρευνα, υπήρξε ευρύτερος. Κατά τη διάρκεια των τριών περιόδων υποθαλάσσιων ερευνών στην Τορώνη, οι οποίες είχαν προκαταρκτικό χαρακτήρα, έγινε φανερό ότι, η σημερινή θαλάσσια περιοχή στα ΒΑ του ισθμού, στην αρχαιότητα αποτελούσε τμήμα του πολεοδομικού ιστού της πόλης, με μικρή όμως υψομετρική διαφορά, σε σχέση με την περιοχή του σημερινού λαιμού της Ληκύθου. Μέσα στη θάλασσα, σε απόσταση 35μ. περίπου από τη σύγχρονη ακτογραμμή και σχεδόν παράλληλα με αυτήν εντοπίζεται κρηπίδωμα μήκους 60μ. και πλάτους σχεδόν 2 μ., το οποίο στα δύο μέτωπά του διατηρεί σε διάφορα σημεία μεγάλους γωνιόλιθους γρανίτη. Το εσωτερικό του αποτελεί συμπαγές λατυποπαγές υλικό, πιθανόν τεχνητά διαμορφωμένο. Νότια αυτού του κρηπιδώματος και σε απόσταση 20μ. από την παραλία, μία δεύτερη παρόμοια κατασκευή, μήκους πάνω από 80μ. δηλώνει την ύπαρξη μιας δεύτερης ακτογραμμής, που δημιουργήθηκε σε εποχή μεταγενέστερη της πρώτης. Η έρευνα, που επικεντρώθηκε στο νότιο μέτωπο του ανατολικού τμήματος του εσωτερικού κρηπιδώματος, εκεί όπου τρεις αδροδουλεμένες λιθόπλινθοι βρίσκονται στη θέση τους, απέδειξε ότι αυτές εδράζονται στο προαναφερόμενο συσσωματωμένο υλικό. Κάθετα σε αυτές, με προσανατολισμό Β-Ν, αποκαλύφθηκε άλλος τοίχος από μεγάλες λιθοπλίνθους επίσης, που σώζεται σε ύψος τουλάχιστον τριών δόμων. Στη γωνία, που διαμορφώνεται μεταξύ τους, εντοπίστηκε πλήθος θραυσμάτων αμφορέων κλασικών χρόνων. Θεμέλια τοίχων από αργολιθοδομή, με πλάτος που κυμαίνεται από 0,50 έως 0,65μ. και με κατεύθυνση ΝΔ-ΒΑ, είναι επίσης ευδιάκριτα στο βυθό της θάλασσας. Η χρονολόγησή τους στην κλασική περίοδο, συμπεραίνεται από την κεραμική (μελαμβαφής κυρίως) που βρέθηκε κατά τον καθαρισμό των τοίχων, που κείνται στη σημερινή παραλία και ανήκουν σε κτήρια, που χτίστηκαν αρχικά στη στεριά. Ένα εκτεταμένο στρώμα καταστροφής με πλήθος θραυσμάτων κεραμιδιών στέγης, βαμμένων κόκκινων και μαύρων, που καλύπτει όλη την παραλιακή περιοχή Βόρεια του τείχους C, ανήκει σε οικοδομική φάση των κλασικών χρόνων. Περιέχει σημαντικό αριθμό τμημάτων αγγείων, αποθηκευτικού κυρίως χαρακτήρα (πιθαριών, αμφορέων), έτσι ώστε μια ερμηνεία των παραλιακών αυτών οικοδομημάτων με χώρους, που συνδέονται με τη λειτουργία του λιμανιού να μη φαίνεται απίθανη. Είναι γνωστό, εξάλλου, ότι στην Τορώνη στην αρχαιότητα το εμπόριο κρασιού ήταν ιδιαίτερα ανθηρό. Στην ίδια περιοχή, ένας μεγάλος πίθος, διαμ. 1μ. περίπου, βρέθηκε in situ, με σπασμένους αμφορείς του 5ου αιώνα π.Χ. στο εσωτερικό του. Για την ερμηνεία των κτηρίων αυτών, που στην αρχαιότητα βρίσκονταν σε άμεση γειτνίαση με το λιμάνι, ως κτήρια εμπορικού - αποθηκευτικού χαρακτήρα συνηγορεί εκτός της θέσης και του είδους των αγγείων και το ιδιαίτερα μεγάλο μέγεθός τους, αν λάβει κανείς υπόψη, ότι οι τοίχοι 5, 9 και 4 σώζονται σε μήκος πλέον των 10 μέτρων. Η χρονολόγησή τους στο β' μισό του 5ου αιώνα π.Χ. άλλωστε θα μπορούσε με πολλή προς το παρόν επιφύλαξη, να οδηγήσει στη σκέψη, ότι ίσως δεν είμαστε μακριά από την περιοχή όπου ο Θουκυδίδης αναφέρει, ότι οι Αθηναίοι, το 423 π.Χ. για να αμυνθούν εναντίον των Σπαρτιατών, ανέβασαν πάνω σε ένα οίκημα της Ληκύθου, πολλούς αμφορείς και πίθους με νερό, με αποτέλεσμα αυτό να γκρεμίσει. Κάτω από το προαναφερόμενο στρώμα καταστροφής, αποκαλύφθηκε η λατύπη του τείχους C, ανάμικτη με κεραμική του 5ου αιώνα π.Χ. και κάτω από αυτήν το νότιο τμήμα του τοίχου 5. Η κατασκευή επομένως του τοίχου 5 σε προγενέστερη οικοδομική φάση από αυτήν του τείχους C, είναι σαφής. Το τείχος C, κατασκευασμένο από μεγάλες λιθοπλίνθους γρανίτη, σώζεται σε ύψος τριών δόμων, ενώ του τέταρτου, χαμηλότερου δόμου, που προεξέχει έως 0,15μ. από τους υπερκείμενους και πιθανότατα αποτελεί τη θεμελίωση, δε στάθηκε δυνατή η σε όλο το ύψος αποκάλυψη του. Αξίζει να σημειωθεί ότι το στρώμα καταστροφής δεν περιείχε όστρακα στρογγυλεμένα από την επίδραση των κυμάτων, ενώ αντίθετα τέτοια παρατηρήθηκαν κάτω από τη θεμελίωση των κτηρίων των κλασικών χρόνων, γεγονός που μαρτυρεί ότι η γεωμορφολογία στην περιοχή είναι πιθανόν αποτέλεσμα εναλλασσόμενων φαινομένων. Στο δυτικό τμήμα του τείχους C, στην παρειά της Ληκύθου διαπιστώθηκε η παρουσία άλλου τοίχου, κατασκευασμένου από αργούς πλακερούς, σχετικά μικρού μεγέθους, λίθους, που σώζεται σε ύψος τουλάχιστον 1 μέτρου. Μικρής έκτασης έρευνα αποκάλυψε ότι ο τοίχος αυτός ύστερα από 5 μ. μήκος προς τα Δυτικά γωνιάζει προς τα ΝΔ, στο εσωτερικό της Ληκύθου. Το πλάτος του στο σημείο αυτό είναι 1,20μ. και μία τομή μπροστά στη Βόρεια όψη του, έδειξε την ύπαρξη δαπέδου ή δρόμου, εκεί όπου, σε βάθος 0,20-0,15μ., παρατηρήθηκε πατημένο χώμα με κομμάτια κάρβουνου. Η κεραμική μέσα από την τομή αυτή, ήταν αρχαϊκή ντόπιας κυρίως παραγωγής. Ο τοίχος αυτός, που τέμνεται από το τείχος C, από το οποίο είναι προγενέστερος συνεχίζει με κατεύθυνση ΝΑ, έτσι ώστε το περίγραμμα του να διακρίνεται επάνω στη Λήκυθο. Επάνω στη σημερινή ακτή σώζεται επίσης η ΝΑ γωνία κτηρίου, του οποίου η τοιχοποιία αποτελείται από γωνιόλιθους γρανίτη και ασβεστοκονίαμα ως συνδετικό υλικό. Το κτήριο, που φέρει δάπεδο από πήλινες τετράγωνες πλάκες, χρονολογείται στη ρωμαϊκή εποχή. Μέσα στη θάλασσα, σε απόσταση ενός μέτρου από τη σημερινή ακτογραμμή, εντοπίζεται ορθογώνια κατασκευή, πιθανότατα δεξαμενή μεταβυζαντινών χρόνων και επιβεβαιώνεται έτσι με την παρουσία οικοδομημάτων από την κλασική τουλάχιστον περίοδο μέχρι και τους μεταβυζαντινούς χρόνους, η διαχρονική χρήση και του βορειότερου παραθαλάσσιου, βυθισμένου σήμερα, τμήματος της Ληκύθου



 

© Περιφερειακή Ενότητα Χαλκιδικής - Διοικητήριο, 63100 Πολύγυρος                                                   Σχεδιασμός - Ανάπτυξη: Mundo GR.